Τι πραγματικά συνέβη στο FIR Αθηνών και γιατί δεν ήταν κυβερνοεπίθεση

Φέρτε μου ένα σύννεφο να πέσω (βλέπε Τέμπη κτλ.) όλη η χώρα γενικά είναι δυστυχώς σχεδόν 30 χρόνια πίσω σε πολλούς τομείς, η γραφειοκρατία, διαφθορά κτλ. έχουν πάει όλη την κατάσταση πίσω. Οι μαζικές καθυστερήσεις και ακυρώσεις πτήσεων που καταγράφηκαν την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 στα ελληνικά αεροδρόμια αποτέλεσαν ένα από τα πιο ηχηρά τεχνικά περιστατικά των τελευταίων ετών στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας. Προσωπικά δεν θυμάμαι να συνέβη ξανά παρόμοιο περιστατικό, παρότι η εικόνα σταδιακά αποκαταστάθηκε, το συμβάν άφησε πίσω του εύλογα ερωτήματα, τεχνικούς προβληματισμούς και όπως συχνά συμβαίνει αρκετές υπερβολές.
Τίτλοι όπως "η Ελλάδα έκλεισε το FIR της" πυροδότησαν σενάρια περί ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολών, ακόμη και κατάρρευσης κρίσιμων συστημάτων πλοήγησης. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι λιγότερο εντυπωσιακή, αλλά πολύ πιο ουσιαστική και διδακτική.
Τι είναι και τι δεν είναι ένα FIR
Αρχικά, αξίζει να ξεκαθαριστεί μια βασική παρανόηση. Το FIR (Flight Information Region) δεν είναι ένα φυσικό ή τεχνικό σύστημα που "κλείνει" ή "μπλοκάρεται". Πρόκειται για μια διοικητική περιοχή ευθύνης, όπως ορίζεται από τον ICAO, εντός της οποίας ένα κράτος παρέχει υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, επικοινωνίας, επιτήρησης και υποστήριξης ναυτιλίας.
Το Athens FIR καλύπτει όχι μόνο τον εναέριο χώρο της Ελλάδας, αλλά και εκτεταμένα τμήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό που επηρεάστηκε δεν ήταν το FIR ως έννοια, ούτε τα ραντάρ, ούτε το GPS. Η αστοχία εντοπίστηκε σε έναν συγκεκριμένο και κρίσιμο κρίκο τις φωνητικές επικοινωνίες VHF μεταξύ ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και πιλότων.
Έτσι η πραγματική αιτία της αναστάτωσης σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής ενδείξεις και τις εκτιμήσεις ειδικών, πολλαπλές ραδιοσυχνότητες κατέστησαν ταυτόχρονα μη διαθέσιμες ή αναξιόπιστες λόγω "θορύβου". Ένα τέτοιο φαινόμενο δεν είναι άγνωστο διεθνώς, όμως συνήθως περιορίζεται τοπικά ή σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις. Αυτή τη φορά, η έκταση του προβλήματος ήταν ασυνήθιστα μεγάλη.
Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ανακοίνωσε ότι το ζήτημα πιθανότατα προήλθε από τηλεπικοινωνιακές υποδομές, χωρίς να επιβεβαιώνεται κανένα σενάριο κυβερνοεπίθεσης. Το ενδεχόμενο ψηφιακής παρεμβολής εξετάστηκε, αλλά απορρίφθηκε γρήγορα, καθώς μια ταυτόχρονη παρεμβολή σε τόσες συχνότητες και σε τόσο μεγάλη γεωγραφική έκταση θεωρείται πρακτικά αδύνατη με τη σημερινή γνωστή τεχνολογία.
Γιατί σταμάτησαν οι πτήσεις και γιατί αυτό ήταν σωστό
Στον ελεγχόμενο εναέριο χώρο, η συνεχής και αξιόπιστη φωνητική επικοινωνία αποτελεί νομική και επιχειρησιακή προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών ATC. Όταν αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί, οι διεθνείς κανονισμοί είναι σαφείς οι αναχωρήσεις και οι αφίξεις διακόπτονται και ο εναέριος χώρος περνά σε κατάσταση έκτακτης διαχείρισης.
Αυτό ακριβώς συνέβη. Δεν πρόκειται για ένδειξη αδυναμίας, αλλά για εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών ασφαλείας. Η σύγχρονη αεροπορία δεν έχει σχεδιαστεί για να μην αποτυγχάνει ποτέ, αλλά για να αποτυγχάνει με ασφάλεια.
Τα αεροσκάφη που βρίσκονταν ήδη στον αέρα συνέχισαν να πετούν με βάση την τελευταία ληφθείσα άδεια, αυξημένες αποστάσεις διαχωρισμού και αυστηρά συντηρητική διαχείριση της κυκλοφορίας. Τα συστήματα αποφυγής σύγκρουσης (TCAS), τα ραντάρ πολιτικής και στρατιωτικής χρήσης και οι διαδικασίες απώλειας επικοινωνιών λειτούργησαν κανονικά.
Υποδομές, παλαιός εξοπλισμός και λοιπά κωμικοτραγικά
Η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας μίλησε ανοιχτά για απαρχαιωμένα και ευάλωτα συστήματα, (25 ετών) επισημαίνοντας ότι το περιστατικό δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Πράγματι, οι φωνητικές επικοινωνίες του ATC βασίζονται σε πολύπλοκα κατανεμημένα συστήματα, με απομακρυσμένους ραδιοσταθμούς συχνά σε ορεινές περιοχές που συνδέονται μέσω backhaul γραμμών. Όταν αποτυγχάνουν κεντρικά σημεία αυτής της αλυσίδας, η αστοχία μπορεί να γίνει συστημική.
Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών έχει ήδη ανακοινώσει σχέδιο εκσυγχρονισμού έως το 2028, με 364 δράσεις σε επτά πυλώνες, που περιλαμβάνουν Data Link υπηρεσίες, αναβάθμιση του TopSky ATC, PBN πλοήγηση, Mode S ραντάρ και εφαρμογή ευρωπαϊκών κανονισμών όπως ο CP1. Το ερώτημα, όμως, παραμένει πόσο ανθεκτικές είναι σήμερα οι κρίσιμες υποδομές μας μέχρι να ολοκληρωθούν αυτές οι αλλαγές;
Το περιστατικό δεν ανέδειξε έναν "επικίνδυνο ουρανό", αλλά έναν ουρανό που έγινε προσωρινά πιο ήσυχος για να παραμείνει ασφαλής. Ο πανικός και οι δραματικοί τίτλοι δεν βοηθούν ούτε την κατανόηση ούτε την εμπιστοσύνη του κοινού.
Αντίθετα, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι ότι οι διαδικασίες λειτούργησαν, οι επαγγελματίες έκαναν τη δουλειά τους και η ασφάλεια δεν τέθηκε σε κίνδυνο. Ταυτόχρονα, όμως, το συμβάν υπενθυμίζει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η τεχνολογία των κρίσιμων υποδομών δεν αντέχει αναβολές στον εκσυγχρονισμό της.
Γιατί στην αεροπορία όπως και στην τεχνολογία γενικότερα η αξιοπιστία δεν αποδεικνύεται όταν όλα πάνε καλά, αλλά όταν κάτι πάει στραβά και το σύστημα αντέχει.